μποϊκοτάζ (το) {άκλ.} ο αποκλεισμός προϊόντων από την αγορά ως μέσω πιέσεως κατά της παραγωγού χώρας η εταιρείας (γενικότ.) η οργανωμένη αποχή από εμπορικές σχέσεις με συγκεκριμένο φορέα ως μέσω πιέσεως εναντίων του: || στα προϊόντα προϊόντα από χώρες που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. ΣΥΝ. μποϊκοτάρισμα ,εμπορικός αποκλεισμός. Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας  Γ.Μπαμπινιώτη .

Advertisements