ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ με τον μΠΑΟΚ είναι το σωστό και ουχί χωρίς Μι· φταίω γω να ‘ρθω να τα σπάσω μετά; ΑΠΙΘΑΝΟ το μπλουζάκι που πουλούσε ένα μαγαζί στη Σαλονίκη. Είχε στάμπα μια μύγα και κατάληξη μίσω! Το άλλο έγραφε: «μΠΑΟΚ κι ας (απεικονιζόταν πάλι η μύγα) μίσω ποτέ!». ΑΡΡΩΣΤΟΣ γαύρος είμαι και εγώ και δεν τα πολυκαταλαβαίνω αυτά τα κουλτουριάρικα περί δύο νεανίδων που ‘χαν πονέσει στη ζωή τους και τους απάλυνε τη μοναξιά η συντροφικότητα που βρήκαν στην μΠΑΟΚάρα. Ωστόσο φρονώ πως οι μΠΑΟΚτζήδες είναι στην πραγματικότητα παραστρατημένοι γαύροι. Αδέλφια μας είναι! Και δεν πρέπει να τους φθονούμε επειδή δύο όμορφα κορίτσια πήγαν σ’ εκείνους, αντί να τα κυκλοφορούμε εμείς και να πουλάμε μούρη στο Πασαλιμάνι.
ΑΛΛΩΣΤΕ εμείς τους πελάτες μας τους σεβόμαστε. Τσαμπουκάδες και τραμπουκισμούς κάνουν μόνον οι κάφροι και οι πνευματικά κατώτεροι. Υπολείπονται οι επικοινωνιολόγοι και οι διαφημιστές μπροστά στην εφευρετικότητα και τη φαντασία των συνθημάτων της εξέδρας. Ας πούμε αυτό που έβγαλε απ’ τα έντερά της, το: «Είναι βαριά η μπιπ του τσολιά», θα ‘πρεπε να πάρει πρώτο βραβείο σουρεαλιστικής ποίησης.
ΕΙΝΑΙ λάθος μας να σπάμε τα φιλομπαοκτζήδικα θέατρα· πόσω μάλλον όταν οι κουλτουριάρηδες χρησιμοποιούν τον μαύρο δικέφαλο απλώς ως background… Οπου να ‘ναι, ούτε εμείς ούτε εκείνοι θα ‘χουμε χαρτζιλίκι για να αγοράσουμε εισιτήριο και να μπουμε στο γήπεδο. Οπότε δεν θα ‘μαστε απλώς αδέλφια, αλλά και σύντροφοι…
ΜΗΝ ξεχνάς, εξαγριωμένε γαύρε μου, πως εκείνοι ήταν που φώναζαν το: «Τούμπα – Κούβα – Βιετνάμ» και διαπαιδαγώγησαν τις νεότερες γενιές με αντάρτικα τραγούδια και με Θεοδωράκη. Εστω κι αν… τα παράφρασαν, του στιλ: «ήρθαμε από τη Βουλγαρία/ και γκαμούμε Αθήνα-Πειραιά/ μΠΑΟΚ-μΠΑΟΚ σκίσ’ τους την γκολάρα/ για να δούνε τώρα πώς γκαμάς». Πρόκειται για παράφραση στο αντάρτικο τραγούδι: «Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα/ θα μας σώσει τώρα απ’ τη σκλαβιά/ κι έχει πρόγραμμα λαοκρατία/ ζήτω-ζήτω-ζήτω το ΕΑΜ».
ΤΟ «είμαστε δυο/ είμαστε τρεις/ είμαστε χίλιοι δεκατρείς» του Μίκη το τραγουδάνε στον ίδιο πάντα ρυθμό ως εξής: «Γκάμα γερά/ κάψε καλά/ Ομόνοια και Πειραιά/ το Σύνταγμα και τη Βουλή/ την μπουρδελόπολη αυτή/ την μπουρδελόπολη αυτήηη».
ΩΣ εκ τούτου, στο πλαίσιο του απόλυτου σουρεαλισμού, της τρέλας, της εκτόνωσης και της ελευθεριότητας που μόνο στις εξέδρες των γηπέδων απολαμβάνουμε, είμαστε υποχρεωμένοι να τους βγάλουμε το καπέλο. Οπως και για την εφημερίδα που εξέδιδαν -και ήμουνα φαν- τον «μΠΑΟΚτζή». Δεν υπήρξε ποτέ στον κόσμο ολόκληρο πιο απίθανη, πιο σουρεαλιστική εφημερίδα, απ’ αυτή· τη σκόνη των αρθρογράφων της έχουν φάει οι απανταχού σουρεαλιστές ποιητές. Το πιο δύσκολο εγχείρημα για έναν διανοούμενο είναι να προσπαθήσει να γράψει σκυλάδικο. Το δυσκολότερο όλων είναι να μπορέσεις να νιώσεις, να σκεφτείς και να γράψεις όπως οι… συνάδελφοι που εξέδιδαν τον «μΠΑΟΚτζή».
ΜΕΧΡΙ και τον Μπαμπινιώτη τάπωσαν όταν πήγε να δικαιολογηθεί γιατί έβαλε στο λήμμα «Βούλγαροι» την ερμηνεία: «οπαδοί του ΠΑΟΚ…». «Γιατί συνηθίζουν να τους φωνάζουν έτσι στο γήπεδο, έχει καθιερωθεί στο λεξικό», είπε τότε ο πρύτανης της Γλωσσολογίας.
«ΟΚ», απάντησε στο περιοδικό «ΕΨΙΛΟΝ» ο πρόεδρος των μΠΑΟΚτζήδων σε συνέντευξη που έδωσε στον Θωμά Σιώμο, «τότε κι εμείς θα φωνάζουμε συνέχεια στο γήπεδο: «τουτάνα – τουτάνα/ του Μπαμπινιώτη η μάνα», μέχρι να καθιερωθεί, οπότε θα είναι αναγκασμένος δίπλα στο λήμμα τουτάνα να βάλει τη μαμά του».
ΕΙΝΑΙ αδέλφια μας σου λέω… Ζήτα συγγνώμη τώρα στους κυρίους, που τους έσπασες το θέατρο! πηγή : | Ανδρέας Ρουμελιώτης  | Ελευθεροτυπία

Advertisements