a-as-murder1

Σε συνέντευξη του ο σκηνοθέτης Αργύρης Παπαδημητρόπουλος στον Γ.  Ζουμπουλάκη που δημοσιευει το Βήμα της Κυριακής ,μιλάει για το πώς η δολοφονία του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου, πριν από δύο χρόνια και κάτι,τον οδήγησε στη δημιουργία της ταινίας «Wasted youth», αλλά και για την αναπάντεχα θετική υποδοχή της στο εξωτερικό.

«Περπατώ στην Αθήνα και νιώθω ότι βρίσκομαι στη Βαγδάτη. Βλέπω ανθρώπους με αυτόματα,ντυμένους σαν αστακούς, να με κοιτάζουν βλοσυρά.Θυμάμαι ότι περπατούσα μια μέρα στην Ακαδημίας και άκουσα ένα πεντάχρονο να ρωτά τον πατέρα του:“Μπαμπά,έχουμε πόλεμο;”.Και δεν ήταν νύχτα.Μέρα μεσημέρι ήταν». Ο 35χρονος σκηνοθέτης Αργύρης Παπαδημητρόπουλος καπνίζει το ένα στριφτό τσιγάρο μετά το άλλο πίνοντας τον έναν καφέ μετά τον άλλον. Δείχνει πολύ χαλαρός καθώς κάθεται στον αναπαυτικό καναπέ του σπιτιού του στο Μετς. Κατά βάθος, όμως, δεν είναι.
Από τη μια πλευρά νιώθει χαρούμενος για τη θετικότατη ως σήμερα υποδοχή της ταινίας του «Wasted youth», με την οποία άνοιξε πριν από δύο μήνες το Φεστιβάλ του Ρότερνταμ. Από την άλλη, όμως, ξέρει πολύ καλά ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε αποφευχθεί η αφορμή για τη δημιουργία της, το γεγονός που πριν από δύο χρόνια και κάτι συγκλόνισε όχι μόνο το πανελλήνιο όταν συνέβη αλλά όλον τον κόσμο: η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου.
«Η ιδέα ήταν ότι αυτό το τραγικό γεγονός,έτσι όπως ζει σήμερα ο κόσμος στην Ελλάδα,θα ξανασυμβεί.Για μένα η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου δεν είναι “η μέρα εκείνη” αλλά ακόμη ένα γεγονός που προέκυψε μέσα από μια εντελώς ανόητη ένταση.Και αν θέλετε,με αυτή την ταινία ήθελα να σχολιάσω σε ποιους τελικά δίνουμε όπλα».
Το «Wasted youth»,το οποίο ο Παπαδημητρόπουλος συν-σκηνοθέτησε με τον γερμανό διευθυντή φωτογραφίας Γιαν Βόγκελ, εξιστορεί την παράλληλη πορεία δύο ανθρώπων στην Αθήνα κατά τη διάρκεια ενός 24ώρου. Από την ανατολή του ηλίου ως το βράδυ. Ο ένας, ο Χάρης, είναι ένας έφηβος τρελαμένος με το skateboard και τον βλέπουμε κυρίως με τους φίλους του. Ο άλλος είναι ένας σαραντάρης που ζει με την οικογένειά του σε μια περιοχή η οποία δεν κατονομάζεται. Η μοίρα των δύο αυτών ανθρώπων θα διασταυρωθεί προς το τέλος της ται νίας. Ως τότε οι σκηνοθέτες θα έχουν καταγράψει με απίστευτη ακρίβεια τη ζωή στην πόλη που λέγεται Αθήνα.
Ο Γιαν Βόγκελ έχει σχηματίσει άλλωστε συγκεκριμένη άποψη για τη χώρα όπου ζει εδώ και περίπου οκτώ χρόνια. Στην Ελλάδα βρέθηκε για το γύρισμα ενός διαφημιστικού, γνώρισε τη μέλλουσα γυναίκα του και δεν επέστρεψε ποτέ στη Γερμανία. Βγάζει το ψωμί του ως διευθυντής φωτογραφίας διαφημιστικών, πολλά από τα οποία σκηνοθέτησε ο Παπαδημητρόπουλος.
«Μιλώντας με πολλούς αστυνομικούς εξεπλάγην όταν τους άκουσα να λένε ότι είναι και γι΄ αυτούς τρομακτικό το ποιοι κρατούν όπλα στην Ελλάδα» συνεχίζει ο Παπαδημητρόπουλος επανερχόμενος στο θέμα του όπλου. «Οι ίδιοι μιλούν για το πόσο ελάχιστα εκπαιδευμένοι, πόσο ανίκανοι είναι στη διαχείριση κρίσεων ή σε καταστάσεις πανικού.Ενας άνθρωπος σε κατάσταση πανικού ο οποίος κρατά όπλοείναι πολύ εύκολο να το χρησιμοποιήσει».
Ο Παπαδημητρόπουλος ωστόσο δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να «κολλήσει» στην ταινία το πραγματικό γεγονός της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου- αν και παραδέχεται ότι χωρίς την αληθινή τραγωδία δεν θα υπήρχε ούτε η ταινία. Αμέσως μετά τον θάνατο του Γρηγορόπουλου κατέβηκε μαζί με τον Βόγκελ στις διαμαρτυρίες τραβώντας φωτογραφίες που απεικόνιζαν τη φλεγόμενη Αθήνα εκείνων των φρικτών ημερών. «Συγκρίναμε ο ένας τις φωτογραφίες του άλλου αλλά η ιδέα μιας ταινίας εμπνευσμένης από αυτή την κατάσταση προέκυψε τον Μάρτιο του 2009».

Advertisements