Ο κ. Πέτρος Τατσόπουλος προκαλεί (μέσω συνέντευξης στις «Αποκαλύψεις») σε δημόσιο διάλογο για το 1821 τον κ. Αδώνιδα Γεωργιάδη. Τι κρίμα για τον καλό συγγραφέα να βρει τόσο νωρίς τον αντίπαλο που του αξίζει…
Μετά την Επανάσταση του 1821, την απελευθέρωση του Γένους των Γραικών, Ρωμιών κι Ελλήνων (απλές συνωνυμίες) και τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους
φθάσαμε έως εδώ, στο 2011, υπό την καθοδήγηση, την ευθύνη και τις στρατηγικές επιλογές της εθνικής αστικής τάξης, των συμμαχικών της ελίτ, καθώς και των διεθνών συμμαχιών της (ή, αναλόγως, εξαρτήσεων).
Ο λαός σε όλο αυτό το διάστημα ουδέποτε κυβέρνησε. Μπορεί να επέλεγε κυβερνήσεις, μπορεί να τις πίεζε, ενίοτε και να τις ανέτρεπε, μπορεί να επαναστάτησε, αλλά ουδέποτε κυβέρνησε. Αντιθέτως πάντα χρησιμοποιήθηκε, συχνά λεηλατήθηκε κι ενίοτε σφαγιάσθηκε.
Ομως γι’ αυτό που είμαστε σήμερα μπορεί η δουλειά, ο μόχθος και το αίμα να προέρχονται απ’ τον λαό, η διαχείρισή τους όμως ήταν πάντα και είναι έργο της άρχουσας αστικής τάξης.
Περιέργως, τα τελευταία τριάντα χρόνια, ιδίως από «εκσυγχρονισμού» κι εντεύθεν, για τα σημερινά μας χαΐρια κατηγορείται ο λαός.
Κατηγορείται ο λαός απ’ αυτούς που τον έφεραν έως εδώ για λαϊκισμό! Για διαφθορά, για τεμπελιά, για κοπριτισμό! Κατηγορείται ο λαός ότι δεν μπόρεσε να γίνει «Ευρωπαίος» κι ότι παρέμεινε δέσμιος των καθυστερημένων παραδόσεων της «καθ’ ημάς ανατολής».
Ετσι, το πρόβλημα της δυσπραγίας μας μετατίθεται από τη δράση και τις επιλογές της άρχουσας τάξης στη φύση και τη σύνθεση του λαού.

Ετσι το πρόβλημα της δυσπραγίας μας από ταξικό μετατρέπεται σε πολιτισμικό (με την έννοια του Χάντιγκτον).Μεγαλύτερη μπαρούφα δεν υπάρχει.
Τη σχετική φιλολογία άρχισαν παρ’ ημίν οι νεορθόδοξοι στη δεκαετία του ’80 – κατ’ αρχήν χρήσιμη, διότι επανεισήγαγαν θέματα που είχαν παραμελήσει οι επίγονοι των μαρξιστών, όπως η ιδιοπροσωπία, οι ιδιομορφίες της εθνικής ταυτότητας κι άλλα που σύντομα ξεθύμαναν σε έναν εσωτερικό διχασμό των νεορθόδοξων μεταξύ ευρωπαϊστών και ευρωσκεπτικιστών (ή και σε ένα είδος νεοησυχασμού, αδιάφορο για όλα αυτά). Ομως, στην παρέκβασή της αυτή η παρέμβαση οδήγησε σε έναν εκχυδαϊσμό που καθόρισε εν πολλοίς την ιδεολογική χειραγώγηση των Ελλήνων με το ερώτημα: αν είναι ανατολίτες ή Ευρωπαίοι.

Μπούρδα ερώτημα, αν κανείς το μεταφράσει ως ερώτημα εθνικής επιλογής ανάμεσα στο ανατολίτικο μπαχτσίσι ή τη δυτικοευρωπαϊκή μίζα!
Γελοίο ερώτημα, αλλά πολύ χρήσιμο! διότι μετέθετε το πρόβλημα από ταξικό σε εθνικό. Δεν έφταιγε πλέον (για το κατάντημά μας) η εθνική αστική τάξη και οι διεθνικοί προστάτες της, αλλά ο λαός με τα εθνικά του κουσούρια και τις διεθνιστικές του ουτοπίες.
Το ίδιο ακριβώς όπως με το ψέμα ότι φταίει το κράτος για την κακοδαιμονία μας κι όχι αυτοί που το κυβερνούν.
Σε αυτό το πνεύμα κινήθηκε επ’ εσχάτοις και η εκπομπή του ΣΚΑΪ για το 1821: ο λαός φταίει που δεν πήγε καλά η επανάσταση που ο λαός έκανε!… (!).
Θα επρόκειτο για μια ουρανομήκη αμορφωσιά (διότι όλοι αυτοί που τα λένε όλα αυτά είναι άνθρωποι του «ενός βιβλίου») αν δεν επρόκειτο για μια πολύ χρήσιμη προπαγάνδα.

Η καθαίρεση της αξιοπρέπειας και του αυτοσεβασμού των πολιτών ως προσώπων το καθένα ξεχωριστά και του λαού ως έθνους συνολικά, είναι προϋπόθεση για την καθαίρεση του αυτεξούσιου και την ταξική υποταγή, για την απομείωση δηλαδή της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας…Ζούμε σε μια χώρα με μακρά ιστορία.
Είναι αδύνατον για τον πολύ λαό να τη γνωρίζει όλη – ούτε για τον Κεκαυμένο γνώριζε φέρ’ειπείν ο πατέρας μου, ούτε για το «Ελληνες εσμέν» του Πλήθωνα, ούτε για τη βαρβαρότητα των Φράγκων στην Πόλη το 1204! Ούτε Σβορώνο είχε διαβάσει, ούτε Σάθα, ούτε Παπαρρηγόπουλο, ούτε Φίνλεϋ, ούτε Φαλμεράυερ, ούτε Κορδάτο, ούτε Σκαρίμπα.
Ηξερε όμως πέντε πράγματα για τον Διάκο, τον Λεωνίδα της Σπάρτης, τον Εφιάλτη, τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά και τον Ρήγα Φεραίο.

Αυτά καθόριζαν τη στάση του στο καφενείο. Στη δουλειά, στο σπίτι. Μπορεί να μην ήξερε ιστορία, αλλά είχε το «αίσθημά της». Περιέργως (που περίεργο δεν είναι) το αληθές αίσθημα. Αν, λόγου χάριν, του έλεγες την ιστορία του Κιγκινάτου, θα την εύρισκε πολύ ωραία. Ενώ αν του έλεγες ότι ο Θεμιστοκλής εν τέλει μήδισε, θα κατέβαζε το κεφάλι.

Το ερώτημα λοιπόν, τουλάχιστον για όσους από μας έχουν βγάλει τη β’ Δημοτικού, δεν είναι αν υπήρξε ή όχι το κρυφό σχολειό (διότι ερώτημα δεν είναι εφ’ όσον απαντάται από χίλιες πηγές). Είναι όμως ερώτημα η «ασυνέχεια του έθνους» ή το αξίωμα ότι «επινοήσαμε τον εαυτόν μας». Καθ’ ότι, παρ’ ότι λογικώς ανακόλουθο αυτό το ερώτημα (παρ’ ότι τα βιβλία στα ράφια τους γελούν μαζί του)είναι πολιτικώς λογικότατο, εφ’ όσον το ζητούμενο είναι η προσωπική απαξίωση των πολιτών και η ταξική υποταγή.

Με έναν λόγο το πρόβλημα δεν είναι ο «συνωστισμός» στη Σμύρνη, αλλά ο νεοθωμανισμός στο μυαλό μας…        |   ΣΤΑΘΗΣ Σ. 4.IV.2011 stathis@enet.gr

Advertisements